Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

        Η μεγάλη ευλογία της ζωής είναι η ύπαρξη του αύριο.....και των ονείρων
                                που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε....!

                                            Καλή χρονιά σε όλους!!!!!!!!




Kahlil Gibran
Υπάρχουν εκείνοι που δίνουν λίγα από τα πολλά που έχουν – και τα δίνουν για αναγνώριση, και αυτή η κρυφή τους επιθυμία κάνει τα δώρα τους μισερά. Και υπάρχουν εκείνοι που έχουν λίγα και τα δίνουν όλα. Αυτοί είναι εκείνοι που πιστεύουν στη ζωή και στην αφθονία της ζωής, και το σεντούκι τους δεν αδειάζει ποτέ.Υπάρχουν εκείνοι που δίνουν με χαρά,και η χαρά αυτή είναι η ανταμοιβή τους. Και υπάρχουν εκείνοι που δίνουν με πόνο και ο πόνος αυτός είναι το βάφτισμά τους. Και υπάρχουν εκείνοι που δίνουν και δε νιώθουν πόνο στο δόσιμο, ούτε γυρεύουν χαρά, κι ούτε σκέφτονται την αρετή. Αυτοί δίνουν όπως.... η μυρτιά στο λιβάδι εκεί κάτω αναδίνει την ευωδιά της στο διάστημα. Με τα χέρια τέτοιων ανθρώπων μιλάει ο Θεός, και πίσω από τα μάτια τους ο Θεός χαμογελάει στη γη.


Είναι καλό να δίνεις όταν σου το ζητούν, αλλά είναι καλύτερο να δίνεις χωρίς να στο ζητήσουν από κατανόηση. Και για τον απλόχερο άνθρωπο η αναζήτηση εκείνου που θα δεχτεί είναι χαρά μεγαλύτερη από το δόσιμο. Και υπάρχει τάχα κάτι που θα έπρεπε να κρατήσεις; Όλα όσα έχεις κάποια μέρα θα δοθούν. Γι’ αυτό δώσε τώρα, ώστε ο καιρός της προσφοράς να είναι δικός σου, κι όχι των κληρονόμων σου.
Πολλές φορές λες, «Θα ήθελα να δώσω,αλλά μόνο σ’ αυτούς που αξίζουν».
Τα δέντρα του περιβολιού σου δε μιλούν έτσι, ούτε τα κοπάδια στο λιβάδι σου.
Δίνουν για να μπορέσουν να ζήσουν, γιατί το να κρατήσουν είναι θάνατος.
Σίγουρα αυτός που είναι άξιος να δέχεται τις μέρες και τις νύχτες του, είναι άξιος και για καθετί άλλο από σένα.
Και αυτός που αξιώθηκε να πιει από τον ωκεανό της ζωής, αξίζει να γεμίσει την κούπα του από το μικρό ρυάκι σου. Και ποια θα υπάρξει μεγαλύτερη αξία από κείνη που βρίσκεται στο θάρρος και στην πίστη η καλύτερα στην ευσπλαχνία της αποδοχής;
 Και ποιός είσαι εσύ που θα ‘πρεπε οι άνθρωποι να ανοίξουν το στήθος τους και να ξεσκεπάσουν την περηφάνια τους, για να μπορέσεις να δεις την αξία τους γυμνή και την περηφάνια τους αντρόπιαστη; Δες πρώτα αν εσύ ο ίδιος είσαι άξιος να γίνεις δότης, και όργανο του δοσίματος. Γιατί, στην πραγματικότητα, είναι η ζωή που δίνει στη ζωή – ενώ εσύ, που ονομάζεις τον εαυτό σου δότη, δεν είσαι παρά ένας μάρτυρας.Και σεις αποδέκτες – και είστε όλοι σας αποδέκτες – μη δέχεστε φορτίο ευγνωμοσύνης, για να μη βάλετε δεσμά πάνω στον εαυτό σας και σ’ αυτόν που δίνει.
Καλύτερα να ανυψώνεστε μαζί με το δότη πάνω στα δώρα του, ωσάν να ήταν φτερά.
Γιατί αν σκέφτεστε πολύ το χρέος σας είναι σα να αμφιβάλλετε για τη γενναιοδωρία του, που μητέρα της είναι η ανοιχτόκαρδη γη, και πατέρας της ο Θεός.”............................................

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της, και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.

Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού.» Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία έκτος από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα. Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα. Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης· Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο μ’ ευγνωμοσύνη στην καρδιά. Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου. ….....................

 …ο Kahlil Gibran στον «Προφήτη».

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Αλκυόνη Παπαδάκη


Είναι άνοιξη! Απόβραδο.
 Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να
 κουβαλήσει τόση ομορφιά.
 Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.
 Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν
 οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει
 αρκετό νερό να ποτιστούν.
 Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το
 τοπίο, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για
 να κρυφτούν.
 Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το 'κανα.
 Λυπήθηκα τ' αδέσποτα, που διψούσαν.
 Τώρα... Τώρα, πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πως να ποτιστούν τα
 όνειρα...
 Παρ' όλα αυτά, δεν λέω πως δεν βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει
 ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Με φτάνει για να
 φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό.
 -Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο πλάσμα επί της γης, που να υπηρετεί και να
 λατρεύει τόσο το εφήμερο όσο εσύ! μου είπε κάποτε ένας εραστής μου.
 - Αμέ Υπάρχει. Οι πεταλούδες! του απάντησα.


Αλκυόνη Παπαδάκη
Από το  βιβλίο «Το ταξίδι που λέγαμε...»

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης

Συμφωνία αρ. 1


Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα

μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…

σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου καλούσε βοήθεια.

O ουρανός αμίλητος και σταχτύς

το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.

Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιώτων την πικρή θέληση να ζήσουν!

Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.

οι φίλοι είχαν χαθεί

κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…

…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά

απο τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες παιδικές ευπιστίες…

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών…

και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση

στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή

μπροστά στο θάνατο

ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…

Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους οχετούς.

Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα

απ’ το βάθος των περασμένων.

…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη

σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…

Η πλατεία θα μείνει έρημη

σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή

λίγη επιείκεια της την αρνήθηκαν.

Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πιά

να μας προδώσουν…

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση στη ζωή των άλλων.

Ή

ένα θάνατο

για τη ζωή των άλλων…

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Pablo Neruda




Αργοπεθαίνει


όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,

όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,

όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.


Αργοπεθαίνει

όποιος αποφεύγει ένα πάθος,




όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει

όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,

όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,

όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.




Αργοπεθαίνει

όποιος δεν ταξιδεύει,

όποιος δεν διαβάζει,

όποιος δεν ακούει μουσική,

όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει

όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει

όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Pablo Neruda